Η Γυναικεία Οπτική
Αποτυπώνοντας τον έξω κόσμο
Πώς οι γυναίκες των Σκανδιναβικών χωρών μετέφεραν την φωτογραφία σε εξωτερικό χώρο
Πώς οι γυναίκες των Σκανδιναβικών χωρών μετέφεραν την φωτογραφία σε εξωτερικό χώρο
Μολονότι ο τίτλος της “πρώτης γυναίκας φωτογράφου” είναι υπό έντονη αμφισβήτηση, η ιστορική στιγμή της “πρώτης φωτογραφίας” είναι λιγότερο αμφιλεγόμενη. Το 1826, ο Nicéphore Niépce τράβηξε τη “Θέα από το παράθυρο στο Λε Γκρα (View from the Window at Le Gras)”, μια ηλιογραφία που έχει μείνει στην ιστορία ως η πρώτη φορά που κάποιος απαθανάτισε μια στατική εικόνα του κινούμενου κόσμου. Χρειάστηκαν περίπου 8 ώρες για να τραβηχθεί αυτή η φωτογραφία.
Η φωτογραφική διαδικασία μιας ηλιογραφίας προϋποθέτει την τοποθεσία ενός αντικειμένου ή του αρνητικού μιας φωτογραφίας, απευθείας πάνω σε φωτοευαίσθητο χαρτί και στη συνέχεια εκθέτοντάς το στον ήλιο. Η ηλιογραφία είναι διαφορετική από τα φωτογραφήματα που περιγράψαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο. Ένα φωτογράφημα μπορεί να αποδώσει ένα αποτύπωμα του αντικειμένου παρά μόνο όταν είναι απευθείας τοποθετημένο πάνω σε φωτοευαίσθητο χαρτί. Μια ηλιογραφία μπορεί στην πραγματικότητα να αποτυπώσει μια εικόνα του κόσμου, χωρίς να χρειάζεται τίποτα άλλο, εκτός από ένα άγγιγμα του φωτός πάνω στο χαρτί. Οι ακτίνες του ηλίου σκουραίνουν το χαρτί και δημιουργούν μια την αποτύπωση μίας εικόνας. Ο μεγάλος χρόνος έκθεσης του χαρτιού στον ήλιο ήταν ένας από τους κύριους περιορισμούς του, καθιστώντας δύσκολη τη λήψη κινούμενων προσώπων ή την παραγωγή αντιγράφων σε πραγματικό χρόνο.
Εκ των υστέρων, φαίνεται περίεργο το γεγονός πως η πρώτη φωτογραφία που τραβήχτηκε αποτύπωσε ένα εξωτερικό τοπίο, διότι τις πρώτες δεκαετίες της φωτογραφίας κυριαρχούσαν οι εικόνες εσωτερικού χώρου.
Από τη δεκαετία του 1840 και έπειτα, τα φωτογραφικά στούντιο άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους παντού. Εκεί, ο καθένας μπορούσε να τραβήξει την φωτογραφία του άμεσα και σε προσιτή τιμή.
Η Julia Widgren (1842–1917) ήταν γνωστή ως μια από τις πρώτες γυναίκες φωτογράφους στη Φινλανδία. Ήταν φημισμένη για το φωτογραφείο της στη Βάασα (Vaasa: πόλη της Φινλανδίας), όπου τραβούσε μεγαλοπρεπή πορτέτα σαν και αυτό.
Παρόλο που η φωτογραφία υπήρξε γενικότερα ένα ανδροκρατούμενο επάγγελμα, η ενασχόληση με τη φωτογραφία σε στούντιο θεωρήθηκε κάτι που οι γυναίκες ήταν ικανές να αναλάβουν - δεν απαιτούσε σκληρή σωματική εργασία και μπορούσε κανείς να εργαστεί και σε εσωτερικό χώρο.
Η Widgren δημιούργησε αρκετές σειρές φωτογραφιών που απεικονίζουν ανθρώπους με παραδοσιακές φορεσιές. Αυτή η εικόνα αποδόθηκε αργότερα σε έγχρωμη μορφή για να απεικονίσει τα ζωντανά χρώματα των ρούχων του ζευγαριού των αγροτών.
Με την άνοδο της φωτογράφισης σε στούντιο, πολιτικοί, καλλιτέχνες και άλλοι άνθρωποι της υψηλής κοινωνίας άρχισαν να προσλαμβάνουν φωτογράφους με σκοπό να τραβούν συστηματικά τα πορτρέτα τους. Η Bertha Valerius, αρχικά ζωγράφος πορτρέτων και αργότερα φωτογράφος σε στούντιο έγινε η επίσημη Σουηδή καλλιτέχνιδα βασιλικών πορτρέτων το 1864. Σε αυτή την εικόνα από το 1870, η Bertha φωτογράφισε τον Διάδοχο του Θρόνου Frederik VIII με τη γυναίκα του, Πριγκίπισσα Louise της Σουηδίας.
Σε αυτό το εντυπωσιακό κολάζ που εμφανίζεται παρακάτω, η Valerius τράβηξε ξεχωριστές φωτογραφίες στουντίου κάθε μέλους του Σουηδικού κοινοβουλίου και τις ένωσε για να δημιουργήσει μια ομαδική εικόνα - ένα ευρηματικό έργο φωτογραφικής παραποίησης, πολύ πριν από το Photoshop!
Γυναίκες φωτογράφοι στουντίου που υπήρξαν εξαιρετικά επιδέξιες στην τέχνη τους άρχισαν να αναδύονται στα πρώτα χρόνια της φωτογραφίας σε στούντιο. Αλλά γιατί να παραμείνουν περιορισμένες αποκλειστικά στα στούντιό τους;
Η Emma Schenson, άλλη μία Σουηδή φωτογράφος, ήταν η πρώτη επαγγελματίας του χώρου που άνοιξε στούντιο στην Ουψάλα (Uppsäla: πόλη της Σουηδίας), τη δεκαετία του 1860. Η δουλειά της δεν περιοριζόταν στο στούντιό της - η ίδια δημιούργησε επίσης ένα άλμπουμ με φωτογραφίες εξωτερικού χώρου προς τιμήν του Σουηδού βοτανολόγου Linnaeus, καθώς και μια σειρά φωτογραφιών αφιερωμένη στην αρχιτεκτονική της Ουψάλας.
Το πιο αξιοσημείωτο έργο της Schenson ήταν να καταγράψει με την τέχνη της την αναστήλωση του καθεδρικού ναού της Ουψάλας, επιδεικνύοντας τις δεξιότητές της στο να εκθέτει τις φωτογραφικές πλάκες σε εξωτερικό χώρο και να αποτυπώνει με επιδεξιότητα κτίρια και τοπία.
Στην παρακάτω φωτογραφία, μας τραβάει το βλέμμα η περίτεχνη ξύλινη σκαλωσιά γύρω από τον καθεδρικό ναό. Παράλληλα, στο κάτω μέρος της εικόνας, παρατηρούμε ένα νεαρό ιπποκόμο να αντλεί νερό από ένα πηγάδι για να δώσει στα άλογα που τράβηξαν τις άμαξες, οι οποίες βρίσκονται διασκορπισμένες στην αυλή.
Η φωτογράφιση αστικών τοπίων υπήρξε αρκετά απαιτητική: οι φωτογράφοι έπρεπε να επιδεικνύουν ευελιξία, όπως να διαχειρίζονται βαρύ εξοπλισμό και να ανταποκρίνονται στις ευμετάβλητες συνθήκες του φωτός, του καιρού και των ανθρώπων εν κινήσει.
Η Julia Widgren, αν και φημισμένη για τις φωτογραφίες της σε στούντιο, μετέφερε την κάμερά της και σε εξωτερικό χώρο για να απαθανατίσει το εντυπωσιακό Σουηδικό τοπίο. Παρόλα αυτά, οι φωτογραφίες της συχνά διατηρούσαν την αίσθηση του στούντιο, με τα πρόσωπα των φωτογραφιών της να στέκονται όρθια ή να είναι καθισμένα με τα πρόσωπά τους στραμμένα προς την κάμερα, φανερά ποζαρισμένα. Το γεγονός αυτό προσδίδει στην δουλειά της σε εξωτερικό χώρο μια σχεδόν θεατρική ατμόσφαιρα, σαν τα υπόβαθρα αυτών των εικόνων να μην βρίσκονται στον πραγματικό κόσμο, αλλά να είναι τεχνητά σκηνικά.
H Signe Brander ήταν μια ακόμη σημαντική προσωπικότητα της φωτογραφίας σε εξωτερικό χώρο. Γεννημένη στο Ελσίνκι, η Brander ήταν πρωτοπόρος στον χώρο της Φινλανδικής φωτογραφίας και το έργο της εξέφραζε μια μοναδική αντίληψη για τη ζωή και τον πολιτισμό της Φινλανδίας. Της ανατέθηκε από το Συμβούλιο Αρχαιοτήτων του Ελσίνκι να φωτογραφίσει την μεταβαλλόμενη πόλη, ως μέρος των προετοιμασιών για το νέο Μουσείο της Πόλης του Ελσίνκι. Πάνω από 900 εικόνες απαθανάτισαν το άμεσα μεταβαλλόμενο πρόσωπο του Ελσίνκι στις αρχές του 20ου αιώνα, με τις φωτογραφίες της Brander να απεικονίζουν ανθρώπους στην καθημερινότητά τους.
Παρόλο που η δουλειά της πραγματοποιήθηκε για το Δημοτικό Συμβούλιο του Ελσίνκι, η Brander είχε μεγάλη καλλιτεχνική ελευθερία στον τρόπο που απεικόνισε την πόλη και τους πολίτες της. Η τέχνη της Brander ήταν εμφανώς διαφορετική από αυτή των γυναικών φωτογράφων στουντίου τις οποίες διαδέχτηκε. Η ίδια δεν έστηνε τα πρόσωπα των φωτογραφιών της σε ένα σκηνικό, δεν μετέτρεπε τις φωτογραφίες της σε έγχρωμες και δεν προχωρούσε σε αποκοπή και επικόλληση φωτογραφιών μεταξύ τους.
Αυτή η εικόνα ενός άντρα που κωπηλατεί για να μεταφέρει το άλογό του στην άλλη πλευρά της λίμνης, με τα σπίτια και τα δέντρα να αντανακλούν γαλήνια στην επιφάνεια του νερού, υποδεικνύει το χαρακτηριστικό στυλ της Brander. Η ίδια στηρίχθηκε στην υπομονή, στο να βρίσκεται στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή, και χρησιμοποίησε εξαιρετικό πλαισίωμα για να αναπαραστήσει τον κόσμο όπως της παρουσιάστηκε.
Χρησιμοποιώντας την φωτογραφία για να αποτυπώσει το παρόν για τις επόμενες γενιές, η Brander έδειξε πόσο ισχυρό θα μπορούσε να είναι αυτό το μέσο. Στο επόμενο κεφάλαιο, θα γνωρίσουμε και άλλα παραδείγματα γυναικών που χρησιμοποίησαν την κάμερα για να αλλάξουν τον κόσμο.